Η τραγωδία στο Φαρμακονήσι επανέφερε στη δημόσια συζήτηση το προσφυγικό και το μεταναστευτικό ζήτημα. Αυτή τη φορά, ο θάνατος δώδεκα ανθρώπων υποχρέωσαν τη εκείνους που καθορίζουν τους όρους του δημόσιου διάλογου να χαμηλώσουν την ένταση και να ξεχάσουν τους συνήθεις εύκολους --δήθεν ρεαλιστικούς και κατ' ουσίαν κυνικούς-- αφορισμούς τους. Υπήρξαν και θλιβερές παραφωνίες. Για παράδειγμα, ο υπουργός Ναυτιλίας με τις δηλώσεις του δεν μπόρεσε να ψελλίσει το αυτονόητο. Δεν αισθάνθηκε καν την ανάγκη να δηλώσει, ως εκπρόσωπος της ελληνικής πολιτείας, τη συντριβή του μπροστά στο συμβάν του θανάτου δώδεκα ανθρώπων με ευθύνη (έστω με τη μορφή της αμέλειας, αν δεχτούμε τη δική του εκδοχή) της ελληνικής πολιτείας. Δεν πρόκειται για τυχαίο λάθος, αλλά για στάση που αντανακλά τη συγκρότηση --και την ψυχοσύνθεση-- του κατεστημένου πολιτικού προσωπικού της χώρας.

Κατά τα λοιπά, η συζήτηση για το μεταναστευτικό πολλές φορές χαρακτηρίζεται από άγνοια ή σκόπιμη διαστρέβλωση των πραγματικών δεδομένων. Για την ακροδεξιά και τις πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν τη σημερινή κυβέρνηση, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η κατάσταση αυτή δεν ξαφνιάζει. Η διαστρέβλωση των δεδομένων (κυρίως από την ακροδεξιά) εξυπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες, ενώ η άγνοια είναι συχνά απόρροια της έλλειψης ενδιαφέροντος. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά, έχοντας μικρή εμπιστοσύνη στην απήχηση των θέσεών της για το μεταναστευτικό στην ελληνική κοινωνία, συχνά καταφεύγει στην παρηγορία των μαγικών λύσεων. Αποτέλεσμα αυτής της σχολής σκέψης είναι η συνήθης παρανόηση για την επίπτωση της κατάργησης του Κανονισμού «Δουβλίνο 2» (ή, πλέον, «Δουβλίνο 3») στην «επίλυση» του μεταναστευτικού ζητήματος.