Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Η Ντίλμα φρέναρε την κοινωνική ένταξη


Η πρόεδρος Ντίλμα υιοθέτησε μια φανερά εχθρική συμπεριφορά εναντίον των κοινωνικών κινημάτων και των αυτοχθόνων λαών, μια δραστική αλλαγή σε σχέση με τον προηγούμενο πρόεδρο. Καταπολέμησε την διαφθορά, αλλά άφησε στους πιο συντηρητικούς πολιτικούς συμμάχους της τα θέματα που θεώρησε λιγότερο σημαντικά.

Του Μ. ντε Σόουσα Σάντος
Με την εκλογή της προέδρου Ντίλμα Ρουσέφ η Βραζιλία επιτάχυνε το βήμα της για να μετατραπεί σε μια παγκόσμια δύναμη. Πολλές πρωτοβουλίες προέρχονται από αρκετά μακριά, αλλά βρήκαν μια καινούργια ώθηση, όπως με τη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το περιβάλλον, Ρίο+Ρίο το 2012, το Παγκόσμιο Κύπελλο το 2014, τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 2016, τον αγώνα για μια μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, το νέο πρωταγωνιστικό ρόλο στων "αναδυόμενων οικονομιών", τους BRICS (τις Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότιο Αφρική), το διορισμό του Ζοσέ Γκρασιάνο ντα Σίλβα στη θέση του γενικού διευθυντή του Οργανισμού του ΟΗΕ για τη Γεωργία και την Τροφή (FAO) το 2012 και αυτόν του Ρομπέρτο Αζεβέδο ως γενικού διευθυντή του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) στις αρχές του 2013. Ακόμη περισσότερο υιοθετήθηκε μια επιθετική πολιτική στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, τόσο στη Βραζιλία όσο και στην Αφρική, κυρίως στη Μοζαμβίκη, η αύξηση της μεγάλης αγροτικής βιομηχανίας, κυρίως στην παραγωγή της σόγιας, των βιοκαυσίμων και την κτηνοτροφία.

Υποβοηθούμενη από μια καλή διεθνή δημόσια εικόνα, που κέρδισε ο πρόεδρος Λούλα και από τις πολιτικές κοινωνικής ένταξής του, αυτή η Βραζιλία της ανάπτυξης εμφανίζεται στον κόσμο σαν μια δύναμη νέου τύπου, καλή, καλοπροαίρετη και χωρίς αποκλεισμούς. Δεν μπορούσε λοιπόν να είναι μεγαλύτερη η διεθνής έκπληξη μπροστά στις διαμαρτυρίες της τελευταίας εβδομάδας που οδήγησαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες ατόμων από τις κυριότερες πόλεις της χώρας.

Απέναντι στις πρόσφατες διαδηλώσεις στην Τουρκία η ερμηνεία των "δύο Τουρκιών" ήταν άμεση, ενώ στην περίπτωση της Βραζιλίας είναι δύσκολο να αναγνωριστεί η ύπαρξη "δύο Βραζιλιών". Μια πραγματικότητα η οποία όμως είναι μπροστά στα μάτια όλων. Η δυσκολία να αναγνωριστεί βρίσκεται στη φύση της άλλης Βραζιλίας, που διαφεύγει από μια απλοποιημένη ανάλυση.

Αυτή η Βραζιλία συνθέτεται από τρεις ερμηνείες και χρονικότητες. Η πρώτη ερμηνεία αφορά την κοινωνική ένταξη, σε μια από τις χώρες με τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο, τις ολιγαρχίες των λατιφουντίων, τη βία των τσιφλικάδων, τις κλειστές και ρατσιστικές πολιτικές ελίτ. Μια ερμηνεία που προέρχεται από την εποχή της αποικιοκρατίας και που αναπαράγεται πάντα με διαφορετικές μορφές μέχρι και σήμερα. Η δεύτερη ερμηνεία αφορά το αίτημα της συμμετοχής δημοκρατίας, που ανέρχεται στην τελευταία 25ετία και που είχε την υψηλότερη στιγμή της στην πορεία διαμόρφωσης του Συνταγματικού Χάρτη του 1988, τους συμμετοχικούς προϋπολογισμούς στις πολιτικές για τις αστικές περιοχές εκατοντάδων δήμων, της μομφής κατά του προέδρου Κολόρ ντε Μέλο το 1992, τη δημιουργία των συμβουλίων των πολιτών στις μεγαλύτερες σφαίρες της πολιτικής ζωής, ειδικά στον τομέα της υγείας και της παιδείας, στα διάφορα επίπεδα της κρατικής δραστηριότητας, δημοτικής, περιφερειακής και ομόσπονδης. Η τρίτη ερμηνεία στοιχειοθετήθηκε μόλις πριν από δέκα χρόνια και αναφέρεται στις διευρυμένες πολιτικές της κοινωνικής ένταξης που υιοθέτησε ο πρόεδρος Λούλα ντα Σίλβα από το 2003, που οδήγησαν σε μια σημαντική μείωση της φτώχειας, στη δημιουργία μιας μεσαίας τάξης με υψηλή τάση καταναλωτισμού, την αναγνώριση των ρατσιστικών διακρίσεων προς τους απόγονους των Αφρικανών και τους αυτόχθονες πληθυσμούς και τις πολιτικές δράσεις για την επιβεβαίωση των δικαιωμάτων, με μια μεγαλύτερη αναγνώριση των περιοχών αυτών και των απογόνων των σκλάβων και του αυτόχθονου πληθυσμού.

Όταν η πρόεδρος Ντίλμα ανέλαβε την εξουσία επιβεβαιώθηκε όμως μια επιβράδυνση, εάν όχι η συγκάλυψη των δύο τελευταίων ερμηνειών. Και όπως στην πολιτική δεν υπάρχει το κενό, η πρώτη και πιο παλιά ερμηνεία κατάφερε να εκμεταλλευτεί αυτό το παρθένο έδαφος, που ενισχύθηκε από το νέο μανδύα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των νέων (και παλαιών) μορφών διαφθοράς. Στις μορφές της συμμετοχικής δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε μια κοοπτάτσια, εξουδετερώθηκε από την κυριαρχία των μεγάλων υποδομών και των μεγάλων σχεδίων, και σταμάτησε να ενθουσιάζει τις νεότερες γενιές, που είναι ορφανές από μια οικογενειακή και κοινοτική ζωή ικανών να ενταχθούν, είναι θαμπωμένες ή έχουν την εμμονή ενός νέου καταναλωτισμού. Οι πολιτικές της κοινωνικής ένταξης εξαντλήθηκαν και σταμάτησαν να απαντούν στις προσδοκίες αυτών που σκέφτονταν ότι άξιζαν περισσότερο και περισσότερα και πως θα μπορούσαν να έχουν μια κοοπτάτσια κοινωνικής ανόδου. Ο ρατσισμός εμφάνισε την σκληρή του παραμονή στον κοινωνικό ιστό και στις δυνάμεις της αστυνομίας. Αυξήθηκαν οι δολοφονίες των ηγετών των αυτοχθόνων κατοίκων και των αγροτών, δαιμονοποιήθηκαν από την πολιτική εξουσία ως "εμπόδια στην ανάπτυξη" απλώς γιατί αγωνίζονται για τη γη τους και για τη διατήρηση των μορφών ζωής τους, ενάντια στις αγροτικές μπίζνες και τα μεγάλα σχέδια του μεταλλευτικού και υδροηλεκτρικού τομέα, όπως το φράγμα του Μπέλο Μόντε, που στοχεύει στην προμήθεια φθηνής ενέργειας για την εξορυκτική βιομηχανία.

Η πρόεδρος Ντίλμα αποτέλεσε τη λύδια λίθο αυτής της ύπουλης αλλαγής. Υιοθέτησε μια φανερά εχθρική συμπεριφορά εναντίον των κοινωνικών κινημάτων και των αυτοχθόνων λαών, μια δραστική αλλαγή σε σχέση με τον προηγούμενο πρόεδρο. Καταπολέμησε την διαφθορά, αλλά άφησε στους πιο συντηρητικούς πολιτικούς συμμάχους της τα θέματα που θεώρησε λιγότερο σημαντικά. Έτσι η Επιτροπή για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που ιστορικά είχε αγωνιστεί για τα δικαιώματα των μειοψηφιών, ανατέθηκε σε έναν ομοφοβικό ευαγγελιστή ιεροκήρυκα, που πρότεινε μια πρόταση νόμου που έγινε γνωστή ως "θεραπεία ομοφυλόφιλων". Οι διαδηλώσεις δείχνουν ότι περισσότερο από την χώρα ήταν η πρόεδρος που αναγκάστηκε να ξυπνήσει.

Με το βλέμμα γυρισμένο στις διεθνείς εξελίξεις και στις προεδρικές εκλογές του 2014 η πρόεδρος Ντίλμα έχει ξεκάθαρο ότι οι απαντήσεις με την χρήση της καταστολής εξυπηρετούν μόνο την ένταση των αντιπαραθέσεων και απομονώνουν τις κυβερνήσεις. Με αυτή την έννοια οι δήμαρχοι εννέα ομοσπονδιακών πρωτευουσών αποφάσισαν να μειώσουν τις τιμές των μεταφορών. Είναι μόνο η αρχή. Για να είναι αρκετό είναι αναγκαίο οι δύο ερμηνείες, αυτές της συμμετοχικής δημοκρατίας και της κοινωνικής διαπολιτισμικής ένταξης, να ξαναβρούν το δυναμισμό τους. Εάν γίνει αυτό η Βραζιλία θα αποδείξει στον κόσμο ότι αξίζει τον κόπο να πληρώσει την τιμή της προόδου μόνο εάν διευρύνει τη δημοκρατία, ανακατανέμει τον παραγόμενο πλούτο και αναγνωρίσει την πολιτιστική και πολιτική διαφορά αυτών που θεωρούν οπισθοδρόμηση μια πρόοδο χωρίς αξιοπρέπεια.


*Ο Μποαβεντούρα ντε Σόουσα Σάντος είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Γιέιλ των ΗΠΑ και της Κόιμπρα της Πορτογαλίας, ενώ τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ο ντε Σόουσα Σάντος αποτελεί έναν από τους πλέον γνωστούς διανοούμενους ακτιβιστές των λαών που μιλούν πορτογαλικά και υπήρξε πρωταγωνιστής στις διοργανώσεις των Κοινωνικών Φόρουμ και κυρίως του Πόρτο Αλέγκρε στη Βραζιλία.

Το κείμενό του δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα Il Manifesto στις 25/06/2012
Μετάφραση: Αργύρης Παναγόπουλος

Πηγή: Αυγή
Μ. ντε Σόουσα Σάντος
REDNotebook25 Ιουνίου 2013 - 10:23 pm | Μ. ντε Σόουσα Σάντος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου