Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει

Σε αυτές τις εκλογές ο ελληνικός λαός έχει να επιλέξει ανάμεσα στη σιγουριά μιας πολιτικής που θα συνεχίσει σταθερά να τον εξαθλιώνει και στο ρίσκο της ανατροπής της

Nikos Libertas / SOOC

Της Βασιλικής Σιούτη

Ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα, ο πρωταγωνιστής της πολιτικής σκηνής αυτή την περίοδο, χωρίς καμία αμφιβολία,  είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτόν έχει ακουμπήσει η ελπίδα του κόσμου  που τιμωρήθηκε με  την πολιτική των μνημονίων και αυτόν φοβάται το σύστημα εξουσίας που επέβαλλε  τις πολιτικές αυτές.
 
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κερδίσει, τότε τίποτα δεν αλλάζει και θα συνεχιστεί η ίδια,  οδυνηρή για τη μεσαία τάξη, τους μισθωτούς και τους άνεργους, πορεία. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει,  όλα είναι ανοιχτά.
 
Το βασικό διακύβευμα αυτής της εκλογικής αναμέτρησης είναι αν θα συνεχιστεί αυτή η πολιτική φτωχοποίησης του ελληνικού λαού με τις αντιδραστικές και αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις, η πολιτική που διασώζει μόνο τις τράπεζες, τη διαπλοκή και το πολιτικό σύστημα που δημιούργησε το πρόβλημα,  ή θα μπει ένα φρένο, απαλλάσσοντας τα φτωχά και μεσαία στρώματα από τα δυσβάσταχτα βάρη και βάζοντας τέλος στην ασυλία των λίγων ισχυρών, αυτών που πραγματικά «μαζί τα φάγανε» με τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ.  
Ο Αντώνης Σαμαράς και η παράταξη του στις προηγούμενες εκλογές έδωσαν πλήθος υποσχέσεων,  άλλα όταν κυβέρνησαν, δεν τήρησαν καμία. Η αξιοπιστία τους κρίθηκε στη πράξη. Όσοι έχουν αδύνατη μνήμη, δεν έχουν παρά να ανατρέξουν στις δημόσιες προεκλογικές δεσμεύσεις του 2012.
 
Ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν αμφισβητεί στο ελάχιστο τους δανειστές, οι οποίοι εξίσου ξεκάθαρα υποστηρίζουν ότι δεν θα κάνουν πίσω και θα συνεχίσουν να απαιτούν κι άλλο «αίμα». Η αδυναμία του άλλωστε να εκλέξει πρόεδρο της Δημοκρατίας και η επίσπευση των εκλογών, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της αποτυχίας του να παρουσιάσει ένα μικρό έστω επίτευγμα από τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και την τρόικα. Πολλοί από τους βουλευτές με τους οποίους συζητούσε, εμφανίζονταν θετικοί να ψηφίσουν πρόεδρο της Δημοκρατίας (κανείς τους δεν ήθελε να χάσει την έδρα του) αρκεί να είχαν κάποιο άλλοθι. Αν  ο πρωθυπουργός πετύχαινε κάτι, έστω με το χρέος, θα είχαν μία δικαιολογία για την παράταση ζωής που θα έδιναν σε αυτή την κυβέρνηση. Ο Αντώνης Σαμαράς όμως, δεν κατάφερε να παρουσιάσει την παραμικρή επιτυχία και οι βουλευτές διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να τον στηρίξουν χωρίς το  άλλοθι αυτό, φοβούμενοι την αποδοκιμασία της εκλογικής βάσης.
 
Αυτός είναι άλλωστε  και ο λόγος που η κυβέρνηση άφησε  στη μέση την  τελευταία συνθηκολόγηση με την τρόικα και τους δανειστές, επιλέγοντας την επίσπευση των εκλογών, καθώς ήξεραν ότι τα μέτρα που τους ζητούσαν, σε αυτή τη συγκυρία,  είτε δεν θα περνούσαν εύκολα ενόψει εκλογικής αναμέτρησης, είτε αν περνούσαν, θα έβλαπταν σοβαρά το κόμμα της Ν.Δ, όπως συνέβη με το ΠΑΣΟΚ,  κι έτσι τα άφησαν να περιμένουν μετά τις εκλογές.
 
Όσοι πολίτες σήμερα δεν θέλουν τη συνέχιση αυτών των πολιτικών,  στρέφονται κυρίως προς το ΣΥΡΙΖΑ,  παρά τις επιφυλάξεις που διατηρεί ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων του.
 
Οπωσδήποτε κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να βάλει τέλος σε αυτή την λαίλαπα -που κατ’ ευφημισμό αποκαλείται λιτότητα-  και στην πολιτική των μνημονίων. Καμία  βεβαιότητα δεν υπάρχει για αυτό, υπάρχει όμως η σιγουριά ότι με τους άλλους θα συνεχιστεί οπωσδήποτε.

Όταν εμφανίστηκε η κρίση κι έπρεπε να αντιμετωπιστεί,  το βασικό ζήτημα ήταν ποιος θα την πλήρωνε. Οι λίγοι ισχυροί που τόσα χρόνια πλούτιζαν διογκώνοντας το χρέος;  ή οι πολλοί που δεν πέρασαν ούτε έξω από το πάρτι;  Η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου μαζί με το σύστημα εξουσίας τότε αποφάσισαν να πληρώσουν οι πολλοί (για την ακρίβεια ούτε που τους πέρασε από το μυαλό κάτι άλλο),  απόφαση που είχε ως συνέπεια  την φτωχοποίηση του βασικού κορμού της ελληνικής κοινωνίας  με την επιλογή της  λεγόμενης εσωτερικής υποτίμησης. 

Κορυφαίος τραπεζικός παράγοντας εκείνη την περίοδο, ο οποίος  είχε εξοργιστεί με τις αντιδράσεις που είχαν ξεσπάσει ενάντια στο μνημόνιο, παραδέχονταν με κυνισμό ότι αυτό θα άφηνε πίσω του «νεκρούς». «Σίγουρα θα την πληρώσουν κάποιοι πιο αδύναμοι» ομολογούσε, αλλά δικαιολογούσε την υποστήριξη του σε αυτό επειδή «θα σωθούν κάποιοι πιο ισχυροί, οι οποίοι αργότερα θα μπορέσουν να ξαναχτίσουν τη χώρα». «Χωρίς το μνημόνιο θα καταστραφούμε όλοι» ισχυριζόταν.
 
Προφανώς όλοι αυτοί που αποτελούν το σύστημα εξουσίας στην Ελλάδα και κατάφεραν να διασώσουν τους εαυτούς τους,  δεν καίγονται από ανυπομονησία πότε θα σωθούν και οι υπόλοιποι. Το ίδιο συμβαίνει και με τους δανειστές που τα έχουν βρει μαζί τους και μόνο υποκριτικά πότε πότε κάνουν κάποια δήλωση ότι τα βάρη δεν κατανέμονται δίκαια και ότι η κυβέρνηση δεν κυνηγά τη φοροδιαφυγή. 

Οι δανειστές πιστεύουν ότι ο ελληνικός λαός αντέχει κι άλλα βάρη. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβουν πως δεν αντέχει, είναι  να τους στείλει ένα ηχηρό μήνυμα που θα λέει «μέχρι εδώ». Και το μήνυμα αυτό θα το λάβουν μόνο με μια μαζική καταψήφιση των φιλομνημονιακών κομμάτων και υπερψήφιση των αντιμνημονιακών,  όπου τον ηγετικό ρόλο έχει  ο ΣΥΡΙΖΑ.  Σε κάθε άλλη περίπτωση,  το μήνυμα που θα λάβουν είναι ότι μπορούν να συνεχίσουν την πολιτική του μαστίγιου.
 
Αυτή τη στιγμή ένα μεγάλο τμήμα του συστήματος εξουσίας τρέμει πραγματικά  το ΣΥΡΙΖΑ κι ένα άλλο προσπαθεί να τον προσεγγίσει. Επειδή δεν έχουν πειστεί ακόμα για τις διαθέσεις του, αυτό που φοβούνται είναι μήπως επιχειρήσει πραγματικά να υλοποιήσει το πρόγραμμά του, σε περίπτωση που καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση.
 
Τους ακριβώς αντίθετους φόβους εκφράζει  μεγάλο μέρος όσων τον στηρίζουν, καθώς παραμένουν καχύποπτοι για το αν θα τηρήσει τις δεσμεύσεις του. 

Σε αυτήν την περίπτωση τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν πολύ γρήγορα και αν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ φανεί ασυνεπής, θα έχει πολύ μεγάλη δυσκολία να σταθεί. Κρίσιμο ρόλο εδώ θα μπορούσαν να έχουν οι ίδιοι οι πολίτες που θα τον στηρίξουν.
 
 Όταν το 2010 πολύς κόσμος, και κυρίως  η προδομένη βάση του ΠΑΣΟΚ,  επιχείρησαν να παρέμβουν πολιτικά με την παρουσία τους έξω από τη Βουλή,  η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου τους  έπνιξε στα χημικά κι επέδειξε μία πρωτοφανή αγριότητα. Αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη ηγεσίας του ad hoc κινήματος, αποθάρρυνε τον κόσμο και υποχώρησε. Αυτή τη φορά όμως, στην περίπτωση μιας κυβέρνησης που έρχεται για να εκφράσει τα λαϊκά συμφέροντα και την αντίθεσή της στην επιβαλλόμενη  πολιτική, ο ελληνικός λαός  θα μπορούσε και μάλλον είναι απαραίτητο,  να επιβάλλει τη συμμετοχή του. Μια και αυτή τη φορά, λογικά δεν θα πρέπει να συναντήσει τα ίδια εμπόδια.  Κι εδώ όμως η απάντηση εξαρτάται από το τι θα κάνει και σε εκείνη  την περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά αυτό μένει να το δούμε, αν φυσικά ο ελληνικός λαός το αποφασίσει.
 
Στην πραγματικότητα αυτό που έχουμε να επιλέξουμε σε αυτές τις εκλογές είναι αν θα προτιμήσουμε τη σιγουριά  της εξαθλίωσης ή το ρίσκο της ανατροπής.  Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κερδίσει,  είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί η ίδια πολιτική που θα φέρει κι άλλη φτώχεια. Αλλά αν κερδίσει, όλα είναι ανοιχτά κι αυτό είναι μια ελπίδα. 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου