Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Πώς μετά την εκλογική χειραφέτηση θα αποφύγουμε μια ιδιότυπη πολιτική ομηρεία, του Δημήτρη Χριστόπουλου

 Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στις μεγάλες εκλογικές τομές των τελευταίων εκατό ετών στην Ευρώπη. Το αποτύπωμα αυτής της τομής ίσως ξεπερνά τις εκλογικές νίκες των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Νότια Ευρώπη της δεκαετίας του ’80 και, νομίζω, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τις νίκες των Λαϊκών Μετώπων στη δεκαετία του ’30 σε Ισπανία και Γαλλία. Το ίδιο ισχύει και για την αδιάγνωστη έκβασή της. Σήμερα, υπάρχουν λόγοι ανάτασης μέσα στα προβλήματα. Υπάρχουν όμως και λόγοι ανησυχίας μέσα στην ελπίδα. Θα μιλήσω για τους δεύτερους.


Τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια των Μνημονίων, το ελληνικό πολιτικό σύστημα ολίσθησε σε μια κατάσταση πρωτοφανούς, για δεδομένα δημοκρατικού πολιτεύματος, ομηρείας από το άκρο δεξιό του πολιτικού φάσματος. Κατά ιστορικά παράδοξο τρόπο, η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ανακόψει οριστικά αυτήν την ιδιότυπη ομηρεία. Εξηγούμαι σύντομα: Η κοινοβουλευτική εδραίωση της παρουσίας της Χρυσής Αυγής μετά τις εκλογές του 2012 ώθησε την Δεξιά στην Ελλάδα σε μια προσχώρηση στην ακροδεξιά ατζέντα με συνοπτικές διαδικασίες και στόχο τον δεξιό επαναπατρισμό των απολωλότων ψηφοφόρων. Ονόματα δεν λέμε, αλλά δεν χρειάζεται κιόλας. Η πάλαι ποτέ κραταιά Κεντροαριστερά, αυτό που στη Μεταπολίτευση θα ονομάζαμε απλά «Κέντρο», πολύ γρήγορα βύθισε στη λήθη τον μεταρρυθμισμό της αναπληρώνοντας το πολιτικό κενό με την ολοκληρωτική προσχώρηση στη δεξιά ατζέντα σε όλα τα πεδία άσκησης δημοσίων πολιτικών. Ο φράχτης μπροστά στον οποίο τραβούσε προεκλογικά με κομπορρημοσύνη ο πρώην πρωθυπουργός τις selfie φωτογραφίες ήταν έμπνευση των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, με πρωθυπουργό μάλιστα Παπανδρέου. Η ολοκληρωτική ενσωμάτωση της Κεντροαριστεράς στην δεξιά στρατηγική σε όλα τα πεδία, από το κοινωνικό ως το θεσμικό, την οδήγησε στην πολιτική αφαίμαξη, χαρακτηριστικότερη εκδήλωση της οποίας ήταν η απευθείας μετάβαση άλλοτε ψηφοφόρων της ΝΔ απευθείας στον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς ενδιάμεση στάση.

Στη συνέχεια της διαδρομής από τα δεξιά στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, έρχομαι στα καθ’ημάς. Όσα πραγματιστικά επιχειρήματα μπορούν να ακουστούν υπέρ της ανάγκης της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ –επιχειρήματα επιχειρήματα τα οποία εν πολλοίς συμμερίζομαι– δεν αναιρούν το ότι το ιστορικό γεγονός της έλευσης της Αριστεράς στην ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποτρέψει την αργή αλλά σταθερή επέκταση αυτής της ιδιότυπης ομηρείας του ελληνικού πολιτικού συστήματος από την δεξιά του άκρη. Ακούω ήδη τον αντίλογο: οι 13 δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τους 149. Αυτό ισχύει. Η πρόσφατη μάλιστα νωπή εμπειρία μιας άλλης συγκυβέρνησης, αυτής της ΔΗΜΑΡ με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, επιβεβαίωσε, με προβλέψιμα καταστροφικό για τη ΔΗΜΑΡ τρόπο, ότι όντως το μεγάλο ψάρι δύσκολα θα αντέξει στον πειρασμό να μη φάει το μικρό που περιστρέφεται αφελώς γύρω του με την ελπίδα να μοιραστούν από κοινού τη μερίδα τους. Από την άλλη, όμως, τίποτε στην ιστορία δεν είναι βέβαιο. Υπάρχουν και παραδείγματα όπου μικροί εταίροι αποδεικνύονται λαίμαργα σκληρά καρύδια, που αν τα αφήνεις ατάιστα, κάνουν φασαρία και δεν σε αφήνουν να κάνεις απερίσκεπτος τη δουλειά σου. «L’appétit vient en mangeant»: Τρώγοντας έρχεται η όρεξη –κι αυτό εξηγεί πώς μερικές δυναμικές μειοψηφίες μετρούν τις νίκες τους, όταν οι πλειοψηφίες γνέφουν με συγκατάβαση στις ορέξεις τους. Κάπως έτσι λειτουργούσε το ΛΑΟΣ πριν την εκκωφαντική του πτώση. Με «επιστημονική» ορολογία, το πολιτικό –συλλογικό ή ατομικό– υποκείμενο, η συναίνεση του οποίου είναι αναγκαία για την αλλαγή πολιτικής, στη σύγχρονη πολιτική επιστήμη ονομάστηκε «αρνησίκυρος παίκτης». [1]

Η αίσθησή μου είναι ότι οι ΑΝΕΛ δεν έχουν σοβαρές πιθανότητες να γίνουν τέτοιος παίκτης. Μπορεί να τους αρκεί η χαρά της υπουργοποίησης. Ανεξάρτητα όμως από τον κίνδυνο αυτό, το πρόβλημα κατά την άποψή μου δεν είναι μόνο εκεί, ή, δεν είναι πρωτίστως εκεί. Είναι προφανές ότι η θρυαλλίδα της ολίσθησης προς την άκρα Δεξιά είναι η κρίση και ο τρόπος με τον οποίο μέχρι σήμερα αντιμετωπίστηκε στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων της χώρας. Ωστόσο, ο σπόρος αυτός δεν θα μπορούσε να ανθίσει αν το έδαφος δεν ήταν ήδη μπολιασμένο να τον υποδεχθεί. Εκεί νομίζω βρίσκεται το κυρίως πρόβλημα από το οποίο και η Αριστερά στην Ελλάδα δεν είναι χειραφετημένη. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ο Καμμένος, όσο οι «καμένες» απόψεις που ενδημούν στα χωράφια μας.

Αν μιλήσουμε με όρους πολιτικής πρακτικής, δοθείσης της μη αυτοδυναμίας, φοβούμαι πως η άλλη εναλλακτική προοπτική κυβερνητικής συνεργασίας είχε περισσότερα προβλήματα από αυτή των ΑΝΕΛ. Και το λέω αυτό, με απόλυτη επίγνωση των κινδύνων και των ενδεχόμενων ματαιώσεων που εγκυμονεί η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ για ολόκληρη την ατζέντα των δικαιωμάτων και των «εθνικών θεμάτων». Πώς να το κάνουμε: δεν μπορείς να ανοίξεις μια τρύπα στην πλώρη του σκαριού με κόντρα τον καιρό των Μνημονίων. Δεν μπορείς να διαπραγματεύεσαι έχοντας στο πλευρό σου αυτούς που σκέφτονται όπως οι πιστωτές σου. Δεν μπορείς να διεκδικείς να βάλεις μια τάξη στη ραδιοτηλεοπτική ζούγκλα των συχνοτήτων με τον επικεφαλής του Ποταμιού συνεργό σου…

Είναι αλήθεια ότι θα μπορούσε να προκριθεί και η πιθανότητα της λεγομένης ψήφου «ανοχής» από περισσότερα του ενός κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, λύση όμως που ενείχε τον a priori κίνδυνο ενός εγγενούς ελλείμματος κυβερνητικής σταθερότητας. Η επιλογή λοιπόν δεν ήταν καθόλου εύκολη. Υπό την έννοια αυτή, όση δυσφορία και να μου προκαλεί το ότι περιμέναμε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για να βρεθούμε το 2015 με αυτόν τον υπουργό Άμυνας, μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η διείσδυση και ευδοκίμηση των θέσεών του σε ένα κομμάτι της ίδιας της Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και η συγκατάβαση απέναντι σε αυτές τις απόψεις από την πλειοψηφία, που δεν τις ασπάζεται μεν, αλλά δεν νοιάζεται και να τις στεγανοποιήσει –ενίοτε δε τις επιβραβεύει κιόλας. Με μια λέξη, για να καταλήξω, το κυρίως ερώτημα είναι αν η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ μπορεί να γίνει το τέλειο άλλοθι προκειμένου να παραπεμφθούν στις καλένδες οι ανοιχτοί λογαριασμοί εκδημοκρατισμού και δικαιωματικών ελλειμμάτων που μας έχει κληροδοτήσει η Μεταπολίτευση. Υπάρχουν πρόσωπα της κυβέρνησης που σε βεβαιώνουν πως όχι. Υπάρχουν όμως κι ερωτηματικά.

Το πρόβλημα λοιπόν, δεν είναι τόσο οι Ανεξάρτητοι Έλληνες στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Διότι, σε τελευταία ανάλυση, εδώ υπήρχε και μια ανάγκη που ως ένα βαθμό μας υποχρεώνει να καταπιούμε το πικρόν ποτήριον. Το πρόβλημα είναι οι λοιποί ανεξάρτητοι Έλληνες που περιφέρουν τον «πατριωτισμό» και τις γεωπολιτικές εμμονές τους εδώ και μια εικοσαετία ώσπου, τέλος, βρήκαν την ευκαιρία να τις δοκιμάσουν ως επίσημες πολιτικές του ελληνικού κράτους στην κυβέρνηση της Αριστεράς. Εκεί είναι η πρώτη δοκιμασία.

Υστερόγραφο Ι: Όσο συμμερίζομαι τις ανησυχίες των αριστερών ψηφοφόρων ενώπιον αυτών των εξελίξεων, τόσο μένω παγερά αδιάφορος απέναντι στους κεντροαριστερούς εκείνους, που ενώ τόσα χρόνια κυβέρνησαν ή ανέχθηκαν να κυβερνούν με τον Μπαλτάκο, Βορίδη, Γεωργιάδη και όλον τον ακροδεξιό συρφετό της ΝΔ, σήμερα ωρύονται ενώπιον της νέας κυβέρνησης λόγω της συμμετοχής ΑΝΕΛ, με την ίδια ειλικρίνεια που λίγες μέρες πριν ο μέχρι πρότινος πρωθυπουργός μας φώναζε στο Παρίσι je suis Charlie. Ας κρατήσουν τα δάκρυά τους για άλλη στιγμή ή ας είχαν συμβάλει ώστε να μην χρειάζονταν να οδύρονται σήμερα.

Υστερόγραφο ΙΙ: Για να είναι βιώσιμες οι αλλαγές στους θεσμούς και στα δικαιώματα, θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε ένα περιβάλλον επίτασης της προσδοκίας για δικαιοσύνη και άμβλυνσης της κοινωνικής οδύνης. Όσο διαιωνίζονται στην Ελλάδα πολιτικές που οξύνουν τα κοινωνικά αδιέξοδα, την ανισότητα και την αδικία, δεν μπορούμε να έχουμε σοβαρές ελπίδες ότι θα αλλάξει το εποικοδόμημα. Το γράφει κάποιος του οποίου η πολιτική παρέμβαση αφορά κατεξοχήν το εποικοδόμημα.

Το κείμενο στηρίζεται στην παρέμβαση του Δημήτρη Χριστόπουλου στην εκδήλωση που διοργάνωσε «Μια μέρα μετά τις εκλογές» το ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος, σε συνεργασία με την Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, την Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2014
_____________________

[1] Πρβλ. σε Τσεμπελής Γ., Παίκτες αρνησικυρίας–Πώς λειτουργούν οι πολιτικοί θεσμοί, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου