Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

“Δραπετεύοντας από τον οικονομισμό, η επιστροφή του συλλογικού οράματος” , του Βαγγέλη Διαμαντόπουλου

Για έναν άνθρωπο της γενιάς μου γεννημένο στα τέλη της δεκαετίας του 70’ και στις αρχές του 80΄ έχει γίνει απόλυτο βίωμα η επικράτηση του «οικονομισμού». Ένα φαινόμενο που τείνει να εκτείνεται σε όλο το φάσμα της κοινωνίας. Ένα βίωμα που συνδέεται άμεσα με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού στην παγκόσμια σκηνή.

Η λογική του οικονομισμού έχει επηρεάσει ακόμη και αυτούς που του ασκούν κριτική ενώ προσπαθούν να οικοδομήσουν-ή ακόμη και να αναβιώσουν- μια κοινωνία που δεν θα επικρατεί η μόνο γραμμική αντίληψη της ιστορίας, η κυριαρχία της οικονομίας και της αγοράς, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος από τις πρωτόγονες -αρχαϊκές κοινωνίες επιδίωκε αποκλειστικά το κέρδος μέσω του αντιπραγματισμού.

Γαλουχημένοι από έναν δημόσιο λόγο στη δεκαετία του 90 και έπειτα, όπου επικρατούσε ο οικονομισμός και τα βασικά πολιτικά επίδικα εξαρτιόνταν σε απόλυτο βαθμό από την οικονομία (λιτότητα, μισθοί, υποτίμηση δραχμής, κονδύλια για την παιδεία και την υγεία), την φρενίτιδα του μεγάλου σκανδάλου του χρηματιστηρίου που είχε εισβάλει στην καθημερινότητα μας (ίσως για τους περισσότερους κατοίκους της χώρας το σημαντικότερο σημείο των δελτίων ειδήσεων ήταν αυτό που αφορούσε τις εξελίξεις στο χρηματιστήριο) φτάσαμε να καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τις κατακλυσμιαίες πολιτικές εξελίξεις έπειτα από την -ουσιαστικά-χρεωκοπία της χώρας μας με την είσοδο της στην εποχή των μνημονίων και της βιαιότερης αναδιανομής εισοδήματος από τα λαϊκά στρώματα προς τους πλούσιους.


Έτσι λοιπόν με το υπόβαθρο έτοιμο από δεκαετίες εξαιτίας της ηγεμονίας της οικονομίστικης λογικής του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού έπρεπε να μπορέσουμε να σταθούμε και να συνεχίσουμε να στεκόμαστε με επιχειρήματα απέναντι σε έναν αδίστακτο μηχανισμό προπαγάνδας όπου όσα απαιτούνται για την αξιοπρεπή διαβίωση μας, η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός, ένα σύγχρονο δίκαιο και αξιοκρατικό δημόσιο μηχανισμό, έχουν την τιμή τους και εξαρτώνται από το κατά πόσο “βγαίνουν” ή δεν “βγαίνουν” οι αριθμοί.

Εδώ ακριβώς έρχεται η στιγμή που πρέπει η αριστερά να παίξει τον καθοριστικό και ιστορικό της ρόλο. Με υπόβαθρο την μαρξική θεωρία αναγνωρίζει αφενός τον σημαντικό ρόλο της οικονομίας αφετέρου όμως αντιμετωπίζει την κοινωνία ως “ολικό φαινόμενο”, δηλαδή μια συνθέτη κατάσταση με πολλούς παράγοντες που την διαμορφώνουν (πράγμα που επιβεβαιώνεται από την ανθρωπολογική και κοινωνική έρευνα). Η αριστερά με αυτό το υπόβαθρο μπορεί να δώσει μια νέα πνοή και ένα νέο συλλογικό όραμα που θα θέσει τη βάση και θα υλοποιεί βήμα-βήμα την αυτοδιαχειριζόμενη σοσιαλιστική κοινωνία.

Κρίσιμο σημείο αποτελεί το να μην εγκλωβιστούμε λόγω της παρούσας οικονομικής κατάστασης που επικρατεί έπειτα από το καταστροφικό πέρασμα του νεοφιλελεύθερου-μνημονιακού οδοστρωτήρα. Είναι κοινός τόπος πλέον για θεωρητικούς από το φάσμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς έως και αυτούς της “αποανάπτυξης” πως αν και ο μακροπρόθεσμος στόχος παραμένει να περάσουμε από τον καπιταλισμό σε μια σοσιαλιστική-αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία αυτή τη στιγμή είμαστε “αναγκασμένοι” να αντιμετωπίσουμε την υπάρχουσα κατάσταση. Αυτό σημαίνει πως για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την ανθρωπιστική κρίση που προκαλεί η βίαιη φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης πρέπει να βάλουμε “μπροστά” την οικονομία, να τονωθεί η ζήτηση-κατανάλωση. Γίνεται αντιληπτό βέβαια πως αποτελεί από μόνο του μια μεγάλη αντίφαση διότι ακριβώς αυτό αποτελεί και τον πυρήνα του καπιταλισμού, η συνεχής επέκταση και μεγέθυνση την οποία αντιστρατευόμαστε.

Εδώ λοιπόν πρέπει ο λόγος της αριστεράς και ειδικότερα του ΣΥΡΙΖΑ ως του κυριότερου εκφραστή της στην παρούσα συγκυρία να μην αυτοεγκλωβιστεί στις μειωμένες απαιτήσεις της κοινωνίας και την υιοθέτηση της συγκεκριμένης ατζέντας. Είναι πιο επίκαιρο και επιτακτικό από ποτέ να επαναφέρουμε στο προσκήνιο του δημοσίου-πολιτικού μας λόγου τις τεράστιες επιπτώσεις στην κλιματική αλλαγή που συντελείται στον πλανήτη μας, στο πεπερασμένο όριο των φυσικών του πόρων καθώς και την συνεχόμενη υποβάθμιση του περιβάλλοντος άρα και της υγείας μας προς όφελος της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Να αναδείξουμε ξανά το εναλλακτικό μας σχέδιο μέσα από την οπτική μιας μη-καταναλωτικής κοινωνίας, όπου η κατανάλωση θα αφορά την κάλυψη των συλλογικά αποφασισμένων κοινωνικών αναγκών και όχι τις επίπλαστες ανάγκες που εισβάλλουν στις ζωές μας από τις διαφημίσεις. Να μιλήσουμε συγκεκριμένα για το αγροτοδιατροφικό σύμπλεγμα όπου η επανατοπικοποίηση της οικονομίας μπορεί να συμβάλει στην εξοικονόμηση των φυσικών πόρων αλλά και στην μεγαλύτερη αυτάρκεια της χώρας. Να μιλήσουμε για το ενεργειακό σύμπλεγμα, την χρήση Α.Π.Ε σε μικρή κλίμακα προς όφελος των νοικοκυριών και της τοπικής κοινωνίας, να μιλήσουμε για τον ενεργειακό εκσυγχρονισμό των υπαρχόντων κτιρίων, λύσεις δηλαδή που μπορούν να προσφέρουν στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη ενεργειακή μας αυτονομία. Να μιλήσουμε για την υγεία όπου η συστηματικά-προληπτική πρωτοβάθμια φροντίδα θα έχει στο επίκεντρο της τον άνθρωπο και τις ανάγκες του και όχι την κερδοφορία της φαρμακοβιομηχανίας και θα συντελεί από τη πλευρά της στην μικρότερη επιβάρυνση του περιβάλλοντος και στην εξοικονόμηση πόρων. Να μιλήσουμε για την παιδεία και τον πολιτισμό, για να κατορθώσουμε να γίνει όλη αυτή η προσπάθεια αίτημα και ζητούμενο της κοινωνίας και όχι μια μηχανιστική επανάληψη και αποδοχή των “από τα πάνω” εντολών, μέσα από ένα διαδραστικό, λειτουργικό και ζωντανό σχολείο, μέσα από χώρους πολιτισμού που πρέπει να δημιουργηθούν, τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην επαρχία.

Αυτό που πιστώνονταν πάντα στην αριστερά από τους πολιτικούς της αντιπάλους ήταν το όραμα, το οποίο μπορεί πολλές φορές να μην κατανοούνταν επαρκώς ή ο κυνικός “ρεαλισμός” του καπιταλισμού να το θεωρούσε “ουτοπικό” και υπερβολικό. Αυτό το όραμα πρέπει να συνεχίζουμε να διατηρούμε. Παρά το γεγονός ότι στη σημερινή συγκυρία, με την δικαιολογία ότι “ο κόσμος πεινάει” προσπαθούν να μας πείσουν πως η αξίωση για την προστασία του περιβάλλοντος των δικαιωμάτων (ανθρωπίνων, εργασιακών) αλλά και των ελευθεριών είναι πολυτέλεια. Η αριστερά πρέπει να απαντήσει πως τα παραπάνω αποτελούν τα θεμέλια για την ανατροπή και να ξεδιπλώσει το όραμα για την κοινωνία που θα προσπαθήσει να χτίσει, μέσα και από ένα κυβερνητικό πρόγραμμα το οποίο θα είναι εργαλείο στα χέρια των πρωτοπόρων τμημάτων της κοινωνίας και θα απαντά παράλληλα στις ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων, των εργατών, των αγροτών, των αυτοαπασχολούμενων και όσων ο νεοφιλελεύθερος οδοστρωτήρας έχει φτάσει στο σημείο να μην έχουν τα απαραίτητα για να ζήσουν.

“Ας είμαστε ρεαλιστές, να ζητάμε το αδύνατο” Ernesto Che Guevara.

Βαγγέλης Διαμαντόπουλος, βουλευτής Καστοριάς του ΣΥΡΙΖΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου